Δημοσίευση 06.02.2010 11:56:02 UTC
Τελευταία Ενημέρωση 06.02.2010 12:08:00 UTC
Σε αυτό το μέρος θα αναφερθούμε στο «δικαίωμα στην ειρήνη», ένα θέμα για το οποίο γίνεται συχνά λόγος όταν το ζητούμενο είναι η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια, έρχεται στην επικαιρότητα και γίνεται συχνή αναφορά σε αυτό μετά από γεγονότα που βιώθηκαν. Ποια συμπεράσματα θα βγάλουμε όταν λάβουμε υπόψη την έννοια «δικαίωμα στην ειρήνη» υπό το φώς των δεδομένων του δικαίου και της ιστορίας;
Στο ξεκίνημα θα πρέπει να κάνουμε κάποιες ερωτήσεις:
Πρώτον, έχοντας ως σημείο έναρξης την αρχή «Σε κάθε δικαίωμα αντιστοιχεί μια υποχρέωση και σε κάθε υποχρέωση ένα δικαίωμα» μπορούμε να καταλήξουμε στο εξής, «η υποχρέωση των κρατών στην ειρήνη αντιστοιχεί στο δικαίωμα των λαών και των ατόμων στην ειρήνη»; Οπωσδήποτε όχι!... Διότι η υποχρέωση στην ειρήνη και η υποχρέωση και η ευθύνη στην προάσπιση της ασφάλειας και της τάξης είναι υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει να εκπληρώσουν μεταξύ τους αλλά και απέναντι στο διεθνές σύστημα. Δεν είναι υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει απέναντι των λαών και των ατόμων. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι είναι απαγορευμένη η χρήση ισχύος στις «διεθνείς σχέσεις», αλλά δεν απαγορεύεται – δεν έχει απαγορευτεί ακόμα – στα εσωτερικά ζητήματα. Συνεπώς, μια έννοια όπως το «δικαίωμα στην ειρήνη», σε πρώτο χέρι, περιγράφει «ένα δικαίωμα» το οποίο τα κράτη μπορούν να προβάλλουν το ένα στο άλλο. Αυτό με τον καιρό μετατρέπεται σε ένα δικαίωμα που προστατεύεται ολοένα και περισσότερο: θα το καταλάβουμε καλύτερα ειδικότερα όταν λάβουμε υπόψη πως στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου προστέθηκε και το έγκλημα της «επίθεσης».
Δεύτερον, αν βγούμε εκτός αυτού του νομικού πλαισίου μπορούμε να κάνουμε λόγο για «δικαίωμα στην ειρήνη των λαών»; Το «δικαίωμα στην ειρήνη» προτάθηκε για πρώτη φορά ως εξής: ήρθε στην επικαιρότητα ως κομμάτι ενός παραδείγματος «εναλλακτικού» νέου κόσμου στο πλαίσιο μιας «νέας διεθνούς οικονομικής τάξης», ενός «δικαίου περιβάλλοντος» και «δικαιωμάτων αλληλεγγύης». Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό έχει εκφραστεί και πάλι μέσα στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών. Διότι αυτό το δικαίωμα δε το εξέφρασαν οι «λαοί», αλλά ως εκπρόσωποι «των καταπιεσμένων λαών», το εξέφρασαν πάλι τα κράτη. Επιπλέον αυτό δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία από νομική άποψη: Το δικαίωμα των λαών στην ειρήνη και το δικαίωμα των κρατών στην ειρήνη συμπίπτουν επειδή στο διεθνές σύστημα και δίκαιο οι λαοί συνταυτίζονται με τα κράτη τους. (Σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε το δικαίωμα στην ειρήνη του Τουρκμενιστάν, της Γερμανίας, της Αλβανίας ως κυρίαρχα κράτη, δηλαδή ως διεθνή νομικά πρόσωπα, από το δικαίωμα στην ειρήνη του Τουρκμένικου, Γερμανικού και Αλβανικού λαού.)
Κατά τρίτον θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε το εξής: Είναι δυνατόν το «Δικαίωμα στην Ειρήνη» να βασιστεί στο πλαίσιο των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»; Είναι σίγουρα πιθανό να μπορούμε να συσχετίσουμε την ειρήνη, ως μια κατάσταση ή μια διαδικασία, με την υλοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά τότε, γιατί να χρειαστεί μια επιπλέον έννοια όπως το «δικαίωμα της ειρήνης»;
Πρώτα απ’όλα, εδώ θα πρέπει να ρωτήσουμε το εξής, «ποίο δικαίωμα της ειρήνης;» και «τίνος το δικαίωμα της ειρήνης;»: Ατομικό, εθνικό ή διεθνές; Μπορούμε να μιλήσουμε για «διεθνή ειρήνη», κινούμενοι με βάση την πρώτη φορά που έγινε αναφορά σε διεθνές επίπεδο στο «δικαίωμα στην ειρήνη» και την αναγνώριση της και ταυτόχρονα από τη χρήση της ειρήνης άλλωστε με την πραγματική της έννοια και πάλι σε διεθνές επίπεδο. Τι σημαίνει «διεθνής ειρήνη» μέσα σε αυτό το σύστημα; Είναι μια ειρηνευτική διαδικασία που εξασφαλίζεται σε οποιοδήποτε σύστημα στο οποίο διαδραματίζουν ρόλο τα κράτη που εκπροσωπούν είτε τα «έθνη» είτε τους «λαούς»…
Αυτό που παρατηρείται είναι ότι η τύχη τέτοιου είδους εννοιών μπορεί να είναι ενδιαφέρουσες όσον αφορά το «δικαίωμα στην ειρήνη» και μπορούν να προστεθούν τα εξής ερωτήματα: Γιατί το δικαίωμα στην ειρήνη να περιορίζεται μόνο με τη «διεθνή ειρήνη»; Γιατί να μην γίνεται αναφορά σε ένα δικαίωμα στην ειρήνη παντού, σε κάθε επίπεδο ως επόμενο της αρχής της καθολικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Με μια ερμηνευτική και υποκειμενική προσέγγιση μπορούμε να κάνουμε και την εξής ερώτηση: Γιατί η «Ειρήνη στην πατρίδα, ειρήνη στην οικουμένη» να μη γίνει μια παγκόσμια θεμελιώδης αρχή με καθολικότητα και γενική αποδοχή; Δηλαδή τελικά αυτό που είναι επιθυμητό δεν είναι «ασφάλεια, ειρήνη και τάξη στην πατρίδα και ασφάλεια, ειρήνη και τάξη στην οικουμένη» ή άλλωστε δε θα πρέπει να ήταν έτσι;
Δε θα ήταν πιο αληθοφανές και ειρηνικό αν η αρμόδια αρχή/αρχές «θα προέβαιναν σε ένοπλη επέμβαση σε ενέργειες που είναι αντίθετες σε αυτό»;
Όταν σε όλα αυτά προστεθεί και το «ατομικό δικαίωμα στην ειρήνη» τότε ενεργοποιούνται οι τρεις παρακάτω διαστάσεις και προοπτικές:
Το ατομικό δικαίωμα στην ειρήνη: Το δικαίωμα να σταθούμε μακριά από ανησυχητικές και καταθλιπτικές ιδέες και αισθήματα. Το δικαίωμα στη συνοχή στις προσωπικές σχέσεις.
Το εθνικό δικαίωμα στην ειρήνη: Το δικαίωμα να σταθούμε μακριά από πολιτικές αναταραχές και το χάος. Το δικαίωμα να υφίσταται μια κατάσταση ασφάλειας ή τάξης τα οποία διασφαλίζονται μέσα από το δίκαιο και τις παραδόσεις μιας κοινότητας.
Το διεθνές δικαίωμα στην ειρήνη: Το δικαίωμα να υφίσταται ομόνοια, κατάσταση ή διαδικασία συμφωνίας μεταξύ των κρατών.
Όπως είναι γνωστό το «δικαίωμα στην ειρήνη» χρειάζεται μια νομική ή πολιτική τάξη η οποία θα την προστατεύει έως ένα σημείο δηλαδή χρειάζεται ένα «σύνολο νορμών», αλλά τις μέρες μας δεν είναι γνωστό ποια ειρήνη υποστηρίζουν οι υπερασπιστές του «δικαιώματος στην ειρήνη». Μήπως υποστηρίζουν την «Pax Romana» (Ρωμαϊκή Ειρήνη), την «Pax Ottomana» (Οθωμανική Ειρήνη) ή την «Pax Americana» (Αμερικανική Ειρήνη) και γι' αυτό η ανθρωπότητα δεν μπορεί ακόμα να συναινέσει σε μια κοινή ιδέα γύρω από την ειρήνη και να αποκτήσει την παγκόσμια ειρήνη;
Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο θα κάνουμε ένα τραγικό σφάλμα αν παραβλέψουμε την ιστορικότητα των εννοιών που χρησιμοποιούνται: Ποια θα ήταν η σημασία του «δικαιώματος στην ειρήνη» αν είχε ειπωθεί για πρώτη φορά στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων του 1830 και του 1848; Το 1919 ή κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο; Στις χώρες υπό ναζιστική κατοχή ή στο Βιετνάμ της δεκαετίας του ’60; Ποια θα ήταν η σημασία του «δικαιώματος στην ειρήνη» με τον ευρύτερο και τον περιεκτικότερο τρόπο στο Αφγανιστάν ή το Ιράκ κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα;
Μπορούμε να δώσουμε περισσότερα παραδείγματα που θα μας προβληματίσουν. Αλλά σε ένα συγκεκριμένο χρόνο και τόπο θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθούν τα δύο μέτρα δύο σταθμά όταν θα ειπωθεί «ναι στην ειρήνη» ως αποτέλεσμα πολιτικού αιτήματος. Θα πρέπει ακόμα να αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο και να συλλογιστούμε με ειλικρίνεια το θέμα.